συγχώρηση

η / συγχώρησις, -ήσεως, ΝΜΑ και συγχώρεση και σ(υ)χώρεση Ν, και σουγχώρεισις Α [συγχωρῶ]
η ενέργεια τού συγχωρώ, παροχή συγγνώμης, άφεση αμαρτιών (α. «ζήτησε συγχώρηση για το κακό που τους έκανε» β. «ἵνα τῶν ἰδίων ἁμαρτημάτων... συγχώρησιν ποιήσηται», Επιφάν.)
νεοελλ.
φρ. «μετά συγχωρήσεως» — με το συμπάθιο, συγγνώμη
αρχ.
1. συγκατάθεση, συμφωνία (α. «ἧν δὲ ἡ συγχώρησις ἕν ἔχουσα κεφάλαιον», Πλάτ.
β. «τὴν τῷ λόγῳ συγχώρησιν» — συγκατάθεση που δηλώνεται με λόγο, Πλάτ.)
2. συμφωνία που υποβλήθηκε στο δικαστήριο όπως όριζε η ετυμηγορία του, συμβιβασμός πάνω σε μια πράξη («συνεισέδωκέ μοι συγχώρησιν, καθ' ἣν ἐδηλοῡτο μήτε πρότερον μήτε νῡν ἀντιποιεῑσθαι τῆς οἰκίας», πάπ.)
3. (στην Αλεξάνδρεια) νομική συμφωνία με τη μορφή υπομνήματος στο ανώτατο δικαστήριο («κατὰ συγχώρησιν τελειωθεῑσαν διὰ τοῡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ καταλογείου», πάπ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συγχώρηση — η 1) отпущение грехов; 2) прощение, извинение …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • συγχώρηση — συγχώρηση, η και συγχώρεση, η η παροχή συγγνώμης: Ζήτα συγχώρεση από το Θεό για τις αμαρτίες σου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συγχώρηση — [синхориси] ουσ. θ. прощение, извинение, (εκκλ.) отпущениеend грехов …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • συγχωρήσῃ — συγχωρήσηι , συγχώρησις agreement fem dat sg (epic) συγχωρέω come together aor subj mid 2nd sg συγχωρέω come together aor subj act 3rd sg συγχωρέω come together fut ind mid 2nd sg συγχωρέω come together aor subj mid 2nd sg συγχωρέω come together… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγχωρήσηι — συγχώρησις agreement fem dat sg (epic) συγχωρήσῃ , συγχωρέω come together aor subj mid 2nd sg συγχωρήσῃ , συγχωρέω come together aor subj act 3rd sg συγχωρήσῃ , συγχωρέω come together fut ind mid 2nd sg συγχωρήσῃ , συγχωρέω come together aor subj …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άφεση — Το να αφήνει κανείς κάτι ελεύθερο. Επομένως ά. μπορεί να χαρακτηριστεί και η εκτίναξη, η εκκίνηση, η απαλλαγή και η συγχώρηση. Στους αρχαίους Έλληνες ά. έλεγαν το διαζύγιο, τον χωρισμό. Στη στρατιωτική ορολογία ά. είναι η απομάκρυνση από τη… …   Dictionary of Greek

  • συγχωρητήριος — α, ο, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη συγχώρηση ή αυτός με τον οποίο παρέχεται συγχώρηση, συγχωρητικός 2. το ουδ. ως ουσ. το συγχωρητήριο η από την εκκλησιαστική αρχή παρεχόμενη έγγραφη άφεση αμαρτιών, συγχωροχάρτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συγχωρώ + …   Dictionary of Greek

  • συγχωρητικός — ή, ό / συγχωρητικός, ή, όν, ΝΑ [συγχωρῶ] αυτός που εύκολα συγχωρεί νεοελλ. 1. αυτός με τον οποίο παρέχεται συγχώρηση, συγγνώμη, συγχωρητήριος 2. το ουδ. ως ουσ. το συγχωρητικό το συγχωροχάρτι αρχ. αυτός που έχει τάσεις υποχώρησης, ενδοτικός.… …   Dictionary of Greek

  • ослабити — ОСЛАБ|ИТИ (27), ЛЮ, ИТЬ гл. 1.Лишить прежней силы, ослабить: д҃шю ѡмрачихъ немл҃срдиѥмь и тѣло ѡслабихъ лѣностию. СбЯр XIII2, 179 об.; и не ѡслаби насъ сатана. (οὐχ εἷλεν!) ФСт XIV/XV, 82в. 2. Расслабить. Зд. Опустить …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ίαση — ἡ (ΑΜ ἴασις, Α ιων. τ. ἴησις) [ιάομαι, ώμαι] θεραπεία, γιατρειά («τὰς τῆς ψώρας ἰάσεις», Πλάτ.) μσν. αρχ. 1. απαλλαγή από κάτι (α. «... ὁ Κύριος... δι ἡμᾱς ἄνθρωπος γέγονεν, ὅπως... τῶν παθῶν τῶν ἡμετέρων συμμέτοχος γενόμενος και ἴασιν ποιήσηται» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.